Κυριακή του Τυφλού – Από το σκοτάδι στο ανέσπερο φως του Χριστού!
Η πέμπτη Κυριακή από το Άγιο Πάσχα, η Κυριακή του Τυφλού, αποτελεί έναν ακόμη φωτεινό σταθμό της αναστάσιμης περιόδου του Πεντηκοσταρίου. Η Εκκλησία μας, μέσα στο ανέσπερο φως της Αναστάσεως, προβάλλει αυτή την ημέρα το μεγάλο θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού, όπως καταγράφεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (Ιω. θ΄ 1-38). Πρόκειται για μία ευαγγελική περικοπή με βαθύ θεολογικό και πνευματικό περιεχόμενο, καθώς δεν αναφέρεται μόνο στην αποκατάσταση της σωματικής όρασης ενός ανθρώπου, αλλά κυρίως στο φωτισμό της ψυχής και στην αποκάλυψη του Χριστού ως του αληθινού φωτός του κόσμου.
Ο Κύριος, περιδιαβαίνοντας μαζί με τους μαθητές Του στους δρόμους της Ιερουσαλήμ, συναντά έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Έναν άνθρωπο καταδικασμένο, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, στη φτώχεια, την περιφρόνηση και την κοινωνική απομόνωση. Ο τυφλός περνούσε τις ημέρες του ζητιανεύοντας, χωρίς ποτέ να έχει αντικρίσει το φως του ήλιου, τα πρόσωπα των ανθρώπων ή την ομορφιά της δημιουργίας.
Οι μαθητές, επηρεασμένοι από την αντίληψη που επικρατούσε τότε, ρωτούν τον Χριστό: «Ραββί, τίς ήμαρτεν, ούτος ή οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή;». Δηλαδή, ποιος έφταιξε για την κατάστασή του; Ο ίδιος ή οι γονείς του; Η ερώτηση αυτή φανερώνει τη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι κάθε ασθένεια ή δοκιμασία αποτελούσε τιμωρία για κάποια αμαρτία. Ο Χριστός όμως ανατρέπει αυτή την ανθρώπινη λογική και δίνει μια απάντηση γεμάτη αλήθεια και ελπίδα: Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά η περίπτωσή του θα γίνει αφορμή να φανερωθούν τα έργα του Θεού.
Με αυτή Του τη διδασκαλία, ο Κύριος φανερώνει ότι ο ανθρώπινος πόνος δεν πρέπει πάντοτε να αντιμετωπίζεται ως αποτέλεσμα προσωπικής ενοχής. Υπάρχουν δοκιμασίες που, μέσα από την πίστη και τη χάρη του Θεού, γίνονται δρόμος φανέρωσης της θείας παρουσίας και αφορμή πνευματικής σωτηρίας.
Στη συνέχεια, ο Χριστός προχωρά στη θεραπεία του τυφλού με έναν τρόπο ιδιαίτερα συμβολικό και μυστηριακό. Φτύνει στη γη, δημιουργεί πηλό και αλείφει με αυτόν τα μάτια του ανθρώπου. Έπειτα τον στέλνει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ο τυφλός, χωρίς να αντιδράσει ή να αμφισβητήσει, υπακούει στο λόγο του Κυρίου. Και μόλις πλένεται, τα μάτια του ανοίγουν και για πρώτη φορά αντικρίζει το φως του κόσμου.
Η πράξη αυτή του Χριστού κρύβει βαθύ συμβολισμό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας βλέπουν στον πηλό μία αναφορά στη δημιουργία του ανθρώπου από το Θεό. Όπως ο Αδάμ πλάστηκε από χώμα, έτσι και τώρα ο Χριστός, ο Δημιουργός του κόσμου, αναπλάθει τα μάτια του τυφλού, φανερώνοντας τη θεϊκή Του δύναμη. Παράλληλα, η κολυμβήθρα του Σιλωάμ προεικονίζει το Άγιο Βάπτισμα, μέσα από το οποίο ο άνθρωπος καθαρίζεται, φωτίζεται και αναγεννάται πνευματικά.
Το θαύμα προκαλεί μεγάλη αναστάτωση στην κοινωνία της εποχής. Οι γείτονες και όσοι γνώριζαν τον τυφλό αδυνατούν να πιστέψουν ότι πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο. Άλλοι απορούν, άλλοι αμφιβάλλουν και άλλοι θαυμάζουν. Ο πρώην τυφλός, με απλότητα και ειλικρίνεια, επαναλαμβάνει συνεχώς την εμπειρία του και ομολογεί ότι ο Ιησούς τον θεράπευσε.
Η υπόθεση φτάνει στους Φαρισαίους, οι οποίοι αντί να χαρούν για το θαύμα και να αναγνωρίσουν τη θεία δύναμη του Χριστού, στέκονται σκληροί και αμετανόητοι. Επειδή η θεραπεία έγινε ημέρα Σαββάτου, θεωρούν ότι ο Χριστός παραβαίνει το Νόμο και δεν μπορεί να προέρχεται από το Θεό. Η πνευματική τους τύφλωση αποδεικνύεται μεγαλύτερη από τη σωματική τύφλωση του ανθρώπου που θεραπεύτηκε.
Οι Φαρισαίοι φτάνουν στο σημείο να καλέσουν ακόμη και τους γονείς του πρώην τυφλού, αναζητώντας τρόπο να αμφισβητήσουν το γεγονός. Εκείνοι, φοβισμένοι από την εξουσία τους, επιβεβαιώνουν μόνο ότι ο γιος τους γεννήθηκε τυφλός και τώρα βλέπει, αποφεύγοντας όμως να πουν περισσότερα. Αντίθετα, ο θεραπευμένος άνθρωπος δείχνει θάρρος και πίστη. Με απλά αλλά σοφά λόγια, αποστομώνει τους Φαρισαίους:
«Εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου. Ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν».
Δηλαδή, ποτέ δεν ακούστηκε κάποιος να ανοίγει τα μάτια ανθρώπου που γεννήθηκε τυφλός. Αν ο Ιησούς δεν ήταν από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε τέτοιο.
Η ομολογία αυτή εξοργίζει τους Φαρισαίους, οι οποίοι τον διώχνουν έξω από τη συναγωγή. Όμως τότε συμβαίνει το σημαντικότερο μέρος της ευαγγελικής διήγησης. Ο Χριστός συναντά ξανά τον άνθρωπο που θεράπευσε και του αποκαλύπτει την αληθινή Του ταυτότητα. Και εκείνος, που πρώτα απέκτησε το φως των ματιών, τώρα αποκτά και το φως της πίστεως. Πιστεύει στον Χριστό, Τον προσκυνά και αναγνωρίζει ότι είναι ο Υιός του Θεού.
Η Εκκλησία, μέσα από αυτή την ευαγγελική περικοπή, δε θέλει μόνο να μας θυμίσει ένα θαύμα που έγινε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια. Θέλει να στρέψει το βλέμμα μας στη δική μας πνευματική κατάσταση. Διότι πολλές φορές, ενώ διαθέτουμε σωματική όραση, ζούμε μέσα σε πνευματικό σκοτάδι: Σκοτάδι εγωισμού, αδιαφορίας, απιστίας και απομάκρυνσης από τον Θεό.
Ο εκ γενετής τυφλός γίνεται για όλους μας πρότυπο πίστης, ταπείνωσης και εμπιστοσύνης στον Θεό. Αντίθετα, οι Φαρισαίοι γίνονται παράδειγμα ανθρώπων που, ενώ πίστευαν ότι κατέχουν τη γνώση και την αλήθεια, παρέμειναν τυφλοί απέναντι στο φως του Χριστού.
Ιδιαίτερα συγκλονιστικός είναι ο λόγος του κοντακίου της ημέρας:
«Της ψυχής τα όμματα πεπηρωμένος,
σοι Χριστέ προσέρχομαι, ως ο Τυφλός εκ γενετής,
εν μετανοία κραυγάζων σοι·
Συ των εν σκότει το φως το υπέρλαμπρον».
Ο υμνογράφος δε μιλά πλέον μόνο για τον τυφλό του Ευαγγελίου, αλλά για κάθε άνθρωπο που αισθάνεται ότι η ψυχή του βρίσκεται στο σκοτάδι και ζητά από το Χριστό να τον φωτίσει.
Σε μια εποχή σύγχυσης, πνευματικής κόπωσης και εσωτερικού σκοταδιού, η Κυριακή του Τυφλού έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι ο Χριστός εξακολουθεί να είναι «το φως του κόσμου». Είναι εκείνος που μπορεί να φωτίσει τον νου, να γαληνέψει την καρδιά και να οδηγήσει τον άνθρωπο από το σκοτάδι της αμαρτίας και της απελπισίας στο φως της αλήθειας, της ελπίδας και της σωτηρίας.
Ας ζητήσουμε κι εμείς, με πίστη και ταπείνωση, αυτό που ζητούσαν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας: «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος».
