Η θεραπεία του παραλυτικού – Η συγχώρηση των αμαρτιών, ως αρχή της νέας ζωής
Η ευαγγελική περικοπή της ΣΤ΄ Κυριακής του Ματθαίου (Ματθ. 9,1-8) κατέχει ξεχωριστή θέση στη λειτουργική και θεολογική παράδοση της Εκκλησίας, καθώς μέσα από τη θεραπεία του παραλυτικού αποκαλύπτεται το μυστήριο της σωτηρίας και η θεία εξουσία του Κυρίου Ιησού Χριστού να συγχωρεί τις αμαρτίες. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος δεν καταγράφει απλώς ένα ακόμη θαύμα, αλλά οδηγεί τον αναγνώστη στη φανέρωση της ταυτότητας του Χριστού ως του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού, ο οποίος ήλθε στον κόσμο όχι μόνο για να θεραπεύσει τις σωματικές ασθένειες, αλλά κυρίως για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τη δουλεία της αμαρτίας και να τον αποκαταστήσει στην κοινωνία με τον Θεό. | Ματθ. 9,1-8 | Ιω. 1,14 |
Η θεολογική βαρύτητα της περικοπής αντανακλάται και στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Το ίδιο γεγονός αναγιγνώσκεται και κατά τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, μέσα από τη διήγηση του Ευαγγελιστή Μάρκου (Μάρκ. 2,1-12). Δεν πρόκειται για διαφορετικό θαύμα, αλλά για την ίδια θεραπεία στην Καπερναούμ. Ο Μάρκος διασώζει περισσότερες ιστορικές λεπτομέρειες, όπως την κάθοδο του παραλυτικού από τη στέγη, ενώ ο Ματθαίος αφηγείται το γεγονός συνοπτικότερα, δίνοντας έμφαση στη θεολογική του διάσταση. Η Εκκλησία επανέρχεται δύο φορές στην ίδια ευαγγελική διήγηση, επειδή αυτή συμπυκνώνει τον πυρήνα του ευαγγελικού μηνύματος.
Κατά τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, μέσα στο κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και σε συνδυασμό με τη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, προβάλλεται κυρίως η κλήση του ανθρώπου σε μετάνοια και πνευματική θεραπεία. Αντίθετα, κατά τη ΣΤ΄ Κυριακή του Ματθαίου αναδεικνύεται ιδιαίτερα η θεία εξουσία του Χριστού να συγχωρεί τις αμαρτίες, αποκαλύπτοντας ότι Εκείνος δεν είναι απλώς ένας θαυματουργός Διδάσκαλος, αλλά ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός, ο οποίος εγκαινιάζει τη νέα ζωή της Βασιλείας Του. | Ματθ. 9,1-8 | Μάρκ. 2,1-12 |
Το κέντρο της σημερινής ευαγγελικής διηγήσεως δεν βρίσκεται στην παράλυση ούτε στο θαύμα καθαυτό, αλλά στον πρώτο λόγο που απευθύνει ο Χριστός προς τον πάσχοντα άνθρωπο:
«Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.»
(Ματθ. 9,2)
Ο λόγος αυτός ανατρέπει τις ανθρώπινες προσδοκίες. Όσοι είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τον Κύριο ανέμεναν τη θεραπεία ενός σώματος καθηλωμένου από την ασθένεια. Ο Χριστός, όμως, αρχίζει από τη βαθύτερη πληγή του ανθρώπου και χαρίζει πρώτα τη συγχώρηση των αμαρτιών. Με τον τρόπο αυτό φανερώνει ότι η σωτηρία δεν ξεκινά από την αποκατάσταση της σωματικής υγείας, αλλά από την αποκατάσταση της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Η θεραπεία του σώματος θα αποτελέσει την ορατή επιβεβαίωση μιας αόρατης, αλλά ασύγκριτα σπουδαιότερης θεραπείας. | Ματθ. 9,2-6 |
Η ορθόδοξη παράδοση δεν αντιλαμβάνεται την αμαρτία πρωτίστως ως μία νομική παράβαση που απαιτεί εξωτερική δικαίωση, αλλά ως ρήξη της κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό, ο οποίος είναι η πηγή της ζωής. Με την πτώση εισήλθαν στον κόσμο η φθορά και ο θάνατος, τραυματίζοντας ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη. Γι’ αυτό και η σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός δεν περιορίζεται στη διαγραφή μιας ενοχής, αλλά συνιστά θεραπεία, ανακαίνιση και αποκατάσταση του ανθρώπου στην κοινωνία με τον Δημιουργό του. | Γεν. 3,1-19 | Ρωμ. 5,12 | Β΄ Κορ. 5,17 |
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ασθένεια αποτελεί συνέπεια προσωπικής αμαρτίας. Ο ίδιος ο Κύριος απέρριψε ρητά αυτή την αντίληψη, όταν ερωτήθηκε για τον εκ γενετής τυφλό: «Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ» (Ιω. 9,3). Η Εκκλησία δεν θεωρεί τις ασθένειες προσωπικές τιμωρίες του Θεού, αλλά εκδηλώσεις της κοινής φθοράς της ανθρώπινης φύσεως μετά την πτώση. Στην περίπτωση του παραλυτικού, ο Χριστός δεν αποδίδει την ασθένειά του σε συγκεκριμένη ενοχή· αποκαλύπτει, όμως, ότι η βαθύτερη ανάγκη κάθε ανθρώπου είναι η συμφιλίωσή του με τον Θεό, από την οποία πηγάζει κάθε αληθινή θεραπεία. | Ιω. 9,1-3 |.
Μέσα σε αυτή τη σωτηριολογική προοπτική κατανοείται και η αποστολή του Χριστού στον κόσμο. Ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν έγινε άνθρωπος μόνο για να διδάξει έναν τελειότερο τρόπο ζωής ούτε απλώς για να ανακουφίσει τον ανθρώπινο πόνο. Προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, ώστε να θεραπεύσει ό,τι είχε τραυματισθεί από την πτώση, να νικήσει τον θάνατο και να καταστήσει τον άνθρωπο μέτοχο της θείας ζωής. Όπως συνοψίζει ο Μέγας Αθανάσιος: «Αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί και η θεραπεία του παραλυτικού· δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο θαύμα, αλλά φανέρωση του έργου της απολυτρώσεως, το οποίο ο Χριστός επιτελεί υπέρ ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. | Ιω. 10,10 | Β΄ Πέτρ. 1,4 | Ἀθανασίου Μεγάλου, Περὶ Ἐνανθρωπήσεως, 54 |
Η αντίδραση των γραμματέων που ακολουθεί δεν στρέφεται εναντίον της θεραπείας, αλλά εναντίον της εξουσίας του Χριστού να συγχωρεί αμαρτίες. Γνωρίζουν ότι η άφεση αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα του Θεού και γι’ αυτό θεωρούν ότι ο Ιησούς βλασφημεί. Ο Κύριος, γνωρίζοντας τους λογισμούς τους, θεραπεύει τον παραλυτικό, ώστε το ορατό θαύμα να επιβεβαιώσει την αόρατη πραγματικότητα: «Ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας…» (Ματθ. 9,6). Έτσι, η θεραπεία του σώματος γίνεται η σφραγίδα της θεότητας του Χριστού και η απόδειξη ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας είναι Εκείνος που χαρίζει τη σωτηρία στον κόσμο. | Ματθ. 9,3-8 | Μάρκ. 2,7 |
Η περικοπή της ΣΤ΄ Κυριακής του Ματθαίου παραμένει διαχρονική πρόσκληση προς κάθε πιστό. Ο Χριστός εξακολουθεί να απευθύνει στον άνθρωπο τον ίδιο λόγο ελπίδας: «Θάρσει, τέκνον». Η νέα ζωή δεν αρχίζει, όταν πάψουν όλες οι δοκιμασίες, αλλά όταν ο άνθρωπος συμφιλιωθεί με τον Θεό και δεχθεί τη χάρη Του. Μέσα στην Εκκλησία, ιδίως στο Μυστήριο της Μετανοίας, συνεχίζεται αυτή η θεραπευτική πορεία, κατά την οποία ο άνθρωπος ελευθερώνεται από το βάρος της αμαρτίας, ανακαινίζεται από το Άγιο Πνεύμα και πορεύεται προς την πληρότητα της ζωής «ἐν Χριστῷ». | Ιω. 20,22-23 | Ρωμ. 6,4 |.
