Η Ανάληψη του Κυρίου ως Πλήρωση της Θείας Οικονομίας
Το μυστήριο της Αναλήψεως, ως αποκάλυψη του αληθινού προορισμού του ανθρώπου
Η Ανάληψη του Κυρίου αποτελεί ένα από τα πλέον μεγαλειώδη και συγχρόνως βαθύτερα δυσνόητα γεγονότα της θείας οικονομίας. Η Εκκλησία δεν την αντιμετωπίζει ως μία απλή «αναχώρηση» του Χριστού από τον κόσμο, ούτε ως το τέλος της ιστορικής Του παρουσίας. Αντιθέτως, η Ανάληψη είναι η κορύφωση ολόκληρου του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως και η οριστική φανέρωση του σκοπού για τον οποίο δημιουργήθηκε ο άνθρωπος: Της ενώσεώς του με τον Θεό.
Σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση του Χριστού, ο αναστημένος Χριστός αναλαμβάνεται στους ουρανούς ενώπιον των μαθητών Του. Όμως εκείνο που κυρίως αποκαλύπτεται στο γεγονός αυτό, δεν είναι μόνο η δόξα του Χριστού ως Θεού — αυτή υπήρχε προαιωνίως — αλλά η δόξα της ανθρώπινης φύσεως, η οποία πλέον εισέρχεται μέσα στη ζωή της Αγίας Τριάδος.
Η θεολογία της Εκκλησίας επιμένει σε μία συγκλονιστική αλήθεια: Ο Χριστός δεν εγκαταλείπει κατά την Ανάληψη, την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε. Ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν προσέλαβε την ανθρώπινη φύση ως μία πρόσκαιρη φανέρωση μέσα στην ιστορία, ώστε έπειτα να αποβάλει ό,τι προσέλαβε. Αντίθετα, με την Ενανθρώπηση ένωσε αχώριστα και αιωνίως την ανθρώπινη φύση με τη Θεότητά Του. Έτσι, στο πρόσωπο του Χριστού, η ανθρώπινη ύπαρξη εισέρχεται πλέον πραγματικά και οριστικά στη ζωή και στη δόξα του Τριαδικού Θεού.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και όλο το βάθος της ορθόδοξης σωτηριολογίας. Η σωτηρία δεν είναι εξωτερική πράξη συγχωρήσεως ούτε μία απλή ηθική αποκατάσταση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος σώζεται επειδή ενώνεται πραγματικά με τον Θεό μέσα στο πρόσωπο του Χριστού. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα διατυπώσει τη μεγάλη αυτή αλήθεια λέγοντας:
«Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον».
Ό,τι δεν προσέλαβε ο Χριστός, δεν θεραπεύθηκε. Εφόσον λοιπόν ολόκληρη η ανθρώπινη φύση προσλήφθηκε από τον Θεό, ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη μπορεί πλέον να θεραπευθεί, να ανακαινισθεί και να θεωθεί.
Η Ανάληψη είναι επομένως η φανέρωση της θεώσεως του ανθρώπου. Η ανθρώπινη φύση, που μετά την πτώση βυθίστηκε στη φθορά, στη θνητότητα και στον υπαρξιακό κατακερματισμό, ανυψώνεται τώρα «υπεράνω πάσης αρχής και εξουσίας». Εκεί όπου ο Αδάμ απέτυχε να οδηγηθεί διά της κοινωνίας με τον Θεό, ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, οδηγεί πλέον ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας συνοψίζει το μυστήριο αυτό με την περίφημη φράση:
«Αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».
Η Ανάληψη αποτελεί ακριβώς τη φανέρωση αυτής της θεώσεως. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να περιορίζεται στα όρια της βιολογικής υπάρξεως ούτε για να εξαντλείται στην ιστορική και κοσμική πραγματικότητα. Πλάστηκε για να γίνει κοινωνός της ακτίστου ζωής του Θεού.
Γι’ αυτό και η Ανάληψη έχει βαθύτατες ανθρωπολογικές συνέπειες. Ο άνθρωπος αποκτά την αληθινή του αξία μόνο εν Χριστώ. Έξω από τη σχέση με τον Θεό, η ανθρώπινη ύπαρξη καταλήγει στη φθορά και στο μηδέν. Η σύγχρονη εποχή επιχειρεί να θεμελιώσει την αξία του ανθρώπου πάνω στην αυτονομία, στην τεχνολογία, στην οικονομική δύναμη ή στην ατομική αυτοπραγμάτωση. Η Εκκλησία όμως αποκαλύπτει ότι το αληθινό μέτρο του ανθρώπου είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός.
Η ανθρώπινη φύση δοξάζεται, όχι επειδή κατέχει κάποια αυτόνομη τελειότητα, αλλά επειδή ενώνεται με τον Θεό. Αυτό ακριβώς σημαίνει το «καθ’ ὁμοίωσιν». Ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά πρόσωπο όταν υπάρχει ως σχέση αγάπης και κοινωνίας με τον Δημιουργό του.
Η Ανάληψη του Κυρίου, αποκαλύπτει επίσης το αληθινό νόημα της Εκκλησίας. Ο Χριστός αναλαμβάνεται για να αποστείλει το Άγιο Πνεύμα κατά την Πεντηκοστή. Η Εκκλησία δεν είναι ανάμνηση ενός απόντος Χριστού, αλλά η συνεχής παρουσία του αναληφθέντος Κυρίου μέσα στον κόσμο διά του Αγίου Πνεύματος.
Ο Χριστός πλέον δεν περιορίζεται σε έναν τόπο και χρόνο, αλλά γίνεται παγκόσμια και καθολικά παρών μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Η Θεία Ευχαριστία, τα Μυστήρια, η ασκητική ζωή και η προσευχή αποτελούν τη βίωση αυτής της παρουσίας. Ο άνθρωπος δεν «θυμάται» απλώς τον Χριστό, αλλά ενώνεται πραγματικά μαζί Του.
Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν κατανοεί την πνευματική ζωή ως ατομική θρησκευτικότητα ή ηθικισμό. Η πνευματική ζωή είναι μετοχή στην ίδια τη ζωή του Θεού. Είναι συνεχής πορεία μεταμορφώσεως του ανθρώπου από «κατ’ εικόνα» σε «καθ’ ομοίωσιν».
Παράλληλα, η Ανάληψη έχει και έντονο εσχατολογικό χαρακτήρα. Ο αναληφθείς Χριστός θα επανέλθει «μετά δόξης» κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Η Εκκλησία ζει ανάμεσα σε δύο παρουσίες: Στην ιστορική παρουσία του Χριστού και στην ένδοξη επάνοδό Του. Γι’ αυτό και ο χριστιανός δεν εγκλωβίζεται απόλυτα στην παρούσα πραγματικότητα. Ζει μέσα στην ιστορία, αλλά προσδοκά την αιωνιότητα.
Σε μία εποχή όπου κυριαρχεί η υπαρξιακή αγωνία, η αποϊεροποίηση της ζωής και η απώλεια νοήματος, η Ανάληψη του Κυρίου αποκαλύπτει τη μεγαλύτερη αλήθεια για τον άνθρωπο: ότι ο άνθρωπος δεν είναι προορισμένος για τον θάνατο, αλλά για τη δόξα· όχι για τη διάλυση, αλλά για την αφθαρσία· όχι για την απομόνωση, αλλά για την αιώνια κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό.
Η ανθρώπινη φύση ήδη κάθεται στους ουρανούς στο πρόσωπο του Χριστού. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη ελπίδα της Εκκλησίας και του κόσμου.
