Η Δ΄ Κυριακή του Ματθαίου: Η πίστη του Εκατοντάρχου και το μυστήριο της σωτηρίας των εθνών

Η Δ΄ Κυριακή του Ματθαίου μάς εισάγει σε μία από τις πλέον θεολογικές περικοπές του Ευαγγελίου, διότι πίσω από την εξιστόρηση ενός θαύματος αποκαλύπτεται ολόκληρη η οικονομία της σωτηρίας, η καθολικότητα της θείας χάριτος και η φύση της αληθινής πίστεως. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος τοποθετεί το γεγονός αμέσως μετά την Επί του Όρους Ομιλία, θέλοντας να καταδείξει ότι ο λόγος του Χριστού δεν είναι απλή διδασκαλία ηθικών αρχών, αλλά ο λόγος του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού, ο οποίος δημιουργεί, θεραπεύει, ανακαινίζει και σώζει. Ο Χριστός, ο οποίος λίγο πριν είχε ερμηνεύσει τον νόμο της Βασιλείας, τώρα αποκαλύπτει εμπράκτως ότι είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, της ασθενείας και της υγείας, της κτίσεως και της ιστορίας. │ Μτ. 8,5-13 │

Το ιστορικό γεγονός είναι γνωστό. Στην Καπερναούμ προσέρχεται προς τον Κύριο ένας εκατόνταρχος του ρωμαϊκού στρατού, άνθρωπος δηλαδή εθνικός, ξένος προς τις επαγγελίες και τις διαθήκες του Ισραήλ, ο οποίος όμως έχει ακούσει για τον Ιησού και έχει διαμορφώσει μία βαθιά εσωτερική βεβαιότητα για την εξουσία Του. Δεν Τον πλησιάζει για προσωπικό συμφέρον ούτε ζητά θεραπεία για συγγενικό του πρόσωπο, αλλά για έναν δούλο του, ο οποίος βρίσκεται κατάκοιτος και υποφέρει σφοδρά. Η στάση αυτή αποτελεί ήδη μία πρώτη αποκάλυψη της ποιότητας της ψυχής του. Η αγάπη προς τον πλησίον προηγείται της ομολογίας της πίστεως. Δεν υπάρχει αληθινή θεογνωσία χωρίς κοινωνία αγάπης. Ο άνθρωπος που πονά για τον άλλον καθίσταται δεκτικός της θείας χάριτος. │ Μτ. 8,5-6 │ Α΄ Ιω. 4,20 │ Ιω. Χρυσοστόμου, Εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, Ομιλία ΚΣΤ΄, PG 57,329 │

Η άμεση ανταπόκριση του Χριστού αποκαλύπτει την άβυσσο της θείας συγκαταβάσεως.

Εδώ διακρίνεται ήδη η ανατροπή της παλαιάς αντιλήψεως περί εκλεκτότητας. Ο Χριστός δεν περιορίζεται στα όρια του Ισραήλ. Η σωτηρία δεν αποτελεί εθνικό προνόμιο, αλλά δωρεά του Θεού προς κάθε άνθρωπο που ανοίγει την καρδιά του στη χάρη. Αυτό που αργότερα θα διακηρύξει ο Απόστολος Παύλος, ότι «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην», προεικονίζεται ήδη στην προθυμία του Κυρίου να εισέλθει στην οικία ενός ειδωλολάτρη αξιωματικού. │ Γαλ. 3,28 │ Εφ. 2,14-18 │

Η κορύφωση όμως της περικοπής βρίσκεται στην απάντηση του εκατοντάρχου.

Στην ομολογία αυτή οι Πατέρες της Εκκλησίας αναγνωρίζουν μία από τις βαθύτερες χριστολογικές ομολογίες του Ευαγγελίου. Ο εκατόνταρχος δε βλέπει στον Ιησού απλώς έναν θαυματουργό προφήτη, ούτε έναν δίκαιο άνθρωπο με ιδιαίτερα χαρίσματα. Πιστεύει ότι ο λόγος Του είναι φορέας δημιουργικής ενεργείας, ότι έχει την ίδια δύναμη με τον λόγο του Θεού κατά τη δημιουργία του κόσμου. Όπως στην αρχή της δημιουργίας ο Θεός είπε «γενηθήτω φῶς» και το φως υπήρξε, έτσι και τώρα ένας μόνο λόγος του Χριστού αρκεί για να διαλύσει την ασθένεια και να αποκαταστήσει τη ζωή. Η πίστη του εκατοντάρχου είναι πίστη στη θεότητα του Χριστού, έστω και αν δεν έχει ακόμη διατυπωθεί δογματικά από τις μετέπειτα Οικουμενικές Συνόδους. Είναι μία εμπειρική αναγνώριση της θείας εξουσίας του Λόγου. │ Γεν. 1,3 │ Ψαλμ. 32,9 │ Κυρίλλου Αλεξανδρείας, PG 72,525 │

Αλλά εξίσου σημαντική είναι η αυτοσυνειδησία του εκατοντάρχου. Η φράση «οὐκ εἰμὶ ἱκανός» δεν αποτελεί έκφραση ψυχολογικής μειονεξίας ούτε εξωτερικής ευγένειας. Είναι η οντολογική στάση του ανθρώπου που αντιλαμβάνεται την απόσταση μεταξύ του κτιστού και του Ακτίστου. Είναι η εμπειρία του ανθρώπου που στέκεται ενώπιον της αγιότητας του Θεού και συναισθάνεται τη μικρότητά του. Η αληθινή θεογνωσία γεννά πάντοτε ταπείνωση. Ο προφήτης Ησαΐας αναφωνεί «Ὦ τάλας ἐγώ» όταν αντικρίζει τη δόξα του Κυρίου, ο Απόστολος Πέτρος λέγει «ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι», και ο εκατόνταρχος ομολογεί ότι δεν είναι άξιος να δεχθεί τον Χριστό κάτω από τη στέγη του. │ Ησ. 6,5 │ Λκ. 5,8 │

Η πίστη αυτή προκαλεί τον θαυμασμό του ίδιου του Κυρίου.

Οι Πατέρες παρατηρούν ότι ο Χριστός δεν θαυμάζει ως άνθρωπος που αγνοεί, αλλά παιδαγωγεί τους παρισταμένους, αποκαλύπτοντας το μέγεθος της αρετής του εκατοντάρχου. Ο θαυμασμός του Κυρίου γίνεται έλεγχος της πνευματικής ακαρπίας όσων είχαν τον Νόμο και τους Προφήτες, αλλά δεν αναγνώρισαν τον Μεσσία. Παράλληλα, προφητεύεται το μυστήριο της Εκκλησίας, στην οποία θα συγκεντρωθούν άνθρωποι «ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν», ενώ η συμμετοχή στη Βασιλεία δεν θα εξαρτάται πλέον από τη σαρκική καταγωγή, αλλά από τη ζώσα πίστη και τη μετάνοια. │ Μτ. 8,10-12 │ Ιω. Χρυσοστόμου, PG 57,331 │

Η περικοπή ολοκληρώνεται με τον λόγο του Χριστού:

Ο λόγος αυτός συνοψίζει ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας. Ο άνθρωπος σώζεται όχι από τα έργα του, ούτε από τις φυσικές του δυνάμεις, αλλά από τη συνεργία της θείας χάριτος και της ελεύθερης ανταποκρίσεως της πίστεως. Ο εκατόνταρχος γίνεται έτσι εικόνα κάθε πιστού που προσέρχεται στον Χριστό με συναίσθηση της προσωπικής του αναξιότητας, αλλά και με ακλόνητη βεβαιότητα ότι ο Κύριος δύναται με έναν μόνο λόγο να θεραπεύσει τις παραλύσεις της ψυχής, να ανακαινίσει τον εσωτερικό άνθρωπο και να καταστήσει τον άνθρωπο μέτοχο της αιωνίου ζωής. │ Μτ. 8,13 │.

Similar Posts