Ι΄ Κυριακή του Ματθαίου

Η πίστη που μετακινεί τα όρη – Από το φως της Μεταμορφώσεως στη θεραπεία του ανθρώπου

Η ευαγγελική περικοπή της Ι΄ Κυριακής του Ματθαίου μάς μεταφέρει σε μία από τις βαθύτερες συναντήσεις του Χριστού με τον ανθρώπινο πόνο. Ένας πατέρας προσέρχεται γονατιστός ενώπιόν Του και Τον παρακαλεί για το παιδί του, το οποίο βασανίζεται από πονηρό πνεύμα. Οι μαθητές έχουν ήδη προσπαθήσει να το θεραπεύσουν, αλλά δεν μπόρεσαν. Ο Χριστός θεραπεύει τον νέο και στη συνέχεια οδηγεί τους μαθητές στο βαθύτερο νόημα της πίστεως, της προσευχής και της πνευματικής ζωής. | Ματθ. 17,14-23 | Μάρκ. 9,14-29 | Λουκ. 9,37-45 |

Η θέση της περικοπής μέσα στην ευαγγελική διήγηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Προηγείται αμέσως η Μεταμόρφωση του Κυρίου. Στο όρος ο Χριστός φανέρωσε στους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη τη θεία Του δόξα· το πρόσωπό Του έλαμψε «ὡς ὁ ἥλιος» και οι μαθητές έγιναν μάρτυρες, όσο μπορούσαν να αντέξουν, της φανερώσεως της θείας λαμπρότητος. Τώρα όμως ο Χριστός κατεβαίνει από το όρος και συναντά την οδύνη της ανθρώπινης υπάρξεως. | Ματθ. 17,1-9 | Μάρκ. 9,2-9 | Λουκ. 9,28-36 |

Από το φως της Μεταμορφώσεως, το οποίο η ορθόδοξη θεολογία αναγνωρίζει ως φανέρωση της ακτίστου θείας δόξης, ο Χριστός κατέρχεται στον κόσμο της ασθένειας, της αγωνίας και της ανθρώπινης αδυναμίας. Η κίνηση αυτή είναι βαθιά θεολογική: η αποκάλυψη της θείας δόξης δεν απομακρύνει τον Θεό από τον πάσχοντα άνθρωπο, αλλά φανερώνει Εκείνον που έρχεται να τον συναντήσει, να τον θεραπεύσει και να τον οδηγήσει στη ζωή. | Ματθ. 17,2 | Ματθ. 17,14-18 | Ιω. 1,14 |

Ο Χριστός που λάμπει στο Θαβώρ είναι ο ίδιος Χριστός που κατεβαίνει προς την ανθρώπινη οδύνη. Και αυτή η κάθοδος προαναγγέλλει ήδη το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως: ο Υιός του Θεού δεν σώζει τον άνθρωπο από απόσταση, αλλά εισέρχεται στην ιστορία του, προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και φθάνει μέχρι τον Σταυρό και τον θάνατο, για να οδηγήσει την ανθρώπινη φύση στην Ανάσταση και στη ζωή. | Ιω. 1,14 | Φιλιπ. 2,6-8 | Εβρ. 2,14-18 |


«Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν»

Μέσα από το πλήθος ένας πατέρας πλησιάζει τον Χριστό, γονατίζει μπροστά Του και Του λέει:

«Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ.»
(Ματθ. 17,15)

Η πρώτη του λέξη είναι «Κύριε» και το πρώτο του αίτημα είναι «ἐλέησον». Δεν προσέρχεται με απαίτηση ούτε επικαλείται κάποιο δικαίωμα απέναντι στον Θεό. Φέρνει ενώπιον του Χριστού εκείνο που ο ίδιος δεν μπορεί πλέον να θεραπεύσει: τον πόνο του παιδιού του και μαζί τη δική του αδυναμία. | Ματθ. 17,14-15 | Μάρκ. 9,17-18 | Λουκ. 9,38-39 |

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ίδια η διατύπωση της ικεσίας: «ἐλέησόν μου τὸν υἱόν». Ο πατέρας δεν παραμένει εξωτερικός παρατηρητής της δοκιμασίας του παιδιού. Ο πόνος του παιδιού έχει γίνει δικός του πόνος. Η αγάπη έχει ενώσει τόσο βαθιά τις δύο υπάρξεις, ώστε η πληγή του ενός να γίνεται πληγή του άλλου.

Εδώ αποκαλύπτεται κάτι ουσιαστικό για τη χριστιανική αντίληψη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει ως απομονωμένο άτομο. Υπάρχει σε σχέση και κοινωνία. Γι’ αυτό και η προσευχή για τον άλλον αποτελεί έκφραση αγάπης: ο άνθρωπος παίρνει τον πόνο του αδελφού του και τον φέρνει ενώπιον του Θεού. | Ρωμ. 12,15 | Γαλ. 6,2 | Ιακ. 5,16 |

Η κραυγή του πατέρα «Κύριε, ἐλέησον» γίνεται έτσι εικόνα και της ίδιας της προσευχής της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν προσεύχεται μόνο για τον εαυτό της, αλλά φέρει ενώπιον του Θεού ολόκληρο τον κόσμο: τους ασθενείς, τους θλιβομένους, τους δοκιμαζομένους, εκείνους που μπορούν να προσευχηθούν και εκείνους που δεν έχουν πλέον τη δύναμη να το κάνουν.


«Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ»

Η παράλληλη διήγηση του κατά Μάρκον Ευαγγελίου μάς αποκαλύπτει ακόμη βαθύτερα την εσωτερική κατάσταση του πατέρα. Όταν ο Χριστός τού λέγει «πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι», εκείνος αποκρίνεται:

«Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.»
(Μάρκ. 9,24)

Πρόκειται για μία από τις πιο ανθρώπινες και ταυτόχρονα βαθύτερες ομολογίες πίστεως της Καινής Διαθήκης. Ο πατέρας δεν παρουσιάζεται ως άνθρωπος απαλλαγμένος από κάθε αμφιβολία και φόβο. Ομολογεί ταυτόχρονα την πίστη και την αδυναμία του.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της προσευχής του. Δεν περιμένει πρώτα να αποκτήσει τέλεια πίστη για να πλησιάσει τον Χριστό. Προσφέρει στον Χριστό ακόμη και την αδυναμία της πίστεώς του και ζητεί από Εκείνον να τη θεραπεύσει. | Μάρκ. 9,23-24 | Λουκ. 17,5 | Εβρ. 12,2 |

Η αληθινή πίστη, επομένως, δεν αρχίζει από την αυτάρκεια του ανθρώπου αλλά από την αναγνώριση ότι ακόμη και η ίδια η πίστη χρειάζεται τη χάρη του Θεού. Ο πιστός δεν λέει «είμαι δυνατός», αλλά «Κύριε, στήριξέ με». Δεν στηρίζεται στην ποιότητα της δικής του βεβαιότητας, αλλά στο πρόσωπο Εκείνου στον οποίο εμπιστεύεται τη ζωή του.


Η αδυναμία των μαθητών

Ο πατέρας είχε ήδη οδηγήσει το παιδί στους μαθητές:

«Καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι.»
(Ματθ. 17,16)

Η αποτυχία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι οι μαθητές είχαν ήδη λάβει από τον Χριστό «ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά» και είχαν αποσταλεί για να θεραπεύουν. Είχαν γνωρίσει τη δύναμη της χάριτος και όμως τώρα αδυνατούν. | Ματθ. 10,1 | Ματθ. 10,7-8 | Μάρκ. 6,7-13 |

Μέσα από την αποτυχία τους αποκαλύπτεται μία θεμελιώδης αλήθεια της πνευματικής ζωής: η χάρη του Θεού δεν αποτελεί ανθρώπινη ιδιοκτησία. Δεν είναι μία δύναμη που ο άνθρωπος αποκτά κάποτε και έκτοτε χρησιμοποιεί ανεξάρτητα από τον Θεό. Κάθε χάρισμα παραμένει δωρεά και προϋποθέτει συνεχή σχέση με Εκείνον που το παρέχει. | Ιω. 15,4-5 | Α΄ Κορ. 4,7 | Α΄ Κορ. 12,4-11 |

Ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να στηριχθεί στις προηγούμενες πνευματικές εμπειρίες του, στις γνώσεις ή στα χαρίσματά του. Το Ευαγγέλιο όμως επαναφέρει τους μαθητές στην πηγή κάθε δυνάμεως:

«Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.»
(Ιω. 15,5)

Η προηγούμενη εμπειρία της χάριτος δεν υποκαθιστά τη σημερινή κοινωνία με τον Θεό.


«Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν»

Μετά τη θεραπεία οι μαθητές πλησιάζουν ιδιαιτέρως τον Χριστό και Τον ρωτούν:

«Διὰ τί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;»
(Ματθ. 17,19)

Και ο Κύριος απαντά:

«Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν.»
(Ματθ. 17,20)

Ο Χριστός δεν τους δίνει μία αποτελεσματικότερη μέθοδο ούτε τους αποκαλύπτει κάποια μυστική τεχνική. Τους στρέφει προς την εσωτερική τους κατάσταση. Η αδυναμία τους δεν είναι τεχνικό πρόβλημα, αλλά πνευματικό.

Η πίστη στην Αγία Γραφή δεν είναι απλώς η διανοητική παραδοχή της υπάρξεως του Θεού. Είναι εμπιστοσύνη, παράδοση και ζωντανή κοινωνία μαζί Του. Γι’ αυτό το ερώτημα της πίστεως δεν αφορά μόνο τι αποδέχεται ο νους, αλλά κυρίως πού στηρίζεται η καρδιά του ανθρώπου. | Παρ. 3,5-6 | Εβρ. 11,1 | Ιακ. 2,19 |

Η αυστηρή απάντηση του Κυρίου δεν πρέπει να θεωρηθεί τελική καταδίκη των μαθητών. Είναι παιδαγωγικός λόγος. Η ασθενής πίστη μπορεί να ενισχυθεί και η πνευματική αδυναμία να γίνει αφορμή επιστροφής στον Θεό. Ο Χριστός αποκαλύπτει την ασθένεια για να οδηγήσει στη θεραπεία και όχι στην απόγνωση. | Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΝΖ΄ εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον |


Η πίστη ως σχέση και όχι ως δύναμη

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία της περικοπής. Η χριστιανική πίστη δεν είναι μία ανεξάρτητη πνευματική «δύναμη» που κατέχει ο άνθρωπος και με την οποία μπορεί να επιβάλει τη θέλησή του στην πραγματικότητα.

Η πίστη είναι σχέση.

Είναι η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, μέσα στην οποία ο άνθρωπος παύει να στηρίζεται αποκλειστικά στον εαυτό του και παραδίδει τη ζωή του στη θεία πρόνοια. Γι’ αυτό το θαύμα δεν αποτελεί απόδειξη της ανθρώπινης ισχύος, αλλά σημείο της παρουσίας, της χάριτος και της φιλανθρωπίας του Θεού. | Ιω. 15,5 | Α΄ Κορ. 4,7 | Εβρ. 11,6 |

Ο πιστός δεν ζητεί να γίνει παντοδύναμος. Ζητεί να ενωθεί με τον Θεό. Και μέσα σε αυτή την κοινωνία μαθαίνει όχι να επιβάλλει στον Θεό το δικό του θέλημα, αλλά να λέγει μαζί με τον Χριστό:

«Οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ.»
(Ματθ. 26,39)

Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην πίστη και στη θρησκευτική αυτοπεποίθηση. Η πρώτη εμπιστεύεται τον Θεό· η δεύτερη επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τον Θεό για την εκπλήρωση του ανθρώπινου θελήματος. | Ματθ. 6,10 | Ματθ. 26,39 | Α΄ Ιω. 5,14 |


Ο κόκκος του σιναπιού και τα «όρη» της ζωής

Ο Χριστός συνεχίζει:

«Ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ· μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται· καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν.»
(Ματθ. 17,20)

Ο κόκκος του σιναπιού είναι μικρός, αλλά ζωντανός. Η δύναμή του δεν βρίσκεται στο εξωτερικό του μέγεθος αλλά στη ζωή που κρύβει μέσα του. Έτσι και η πίστη δεν μετριέται από την ένταση των λόγων ή από τον θρησκευτικό εντυπωσιασμό. Μπορεί να φαίνεται μικρή, αλλά όταν είναι αληθινή και στραμμένη προς τον Θεό είναι ζωντανή. | Ματθ. 13,31-32 | Ματθ. 17,20 | Λουκ. 17,5-6 |

Ο λόγος περί μετακινήσεως του όρους εκφράζει με παραστατικό τρόπο τη δύναμη της εμπιστοσύνης στον Θεό απέναντι σε εκείνο που φαίνεται ανθρώπινα αδύνατο. Χωρίς να εξαντλείται εκεί το νόημα του ευαγγελικού λόγου, η εικόνα μπορεί να εφαρμοστεί και πνευματικά στα «όρη» που υψώνονται μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη: στη φιλαυτία, στη μνησικακία, στον φόβο, στην απόγνωση, στην αδυναμία συγχωρήσεως και στη δουλεία των παθών. | Ζαχ. 4,6-7 | Ματθ. 19,26 | Φιλιπ. 4,13 |

Η πίστη μπορεί να μετακινήσει τέτοια «όρη» όχι επειδή ο άνθρωπος γίνεται παντοδύναμος, αλλά επειδή ανοίγει την ύπαρξή του στην ενέργεια της θείας χάριτος.


Προσευχή και νηστεία

Ο ευαγγελικός λόγος συνδέει ακόμη τον πνευματικό αγώνα με την προσευχή και τη νηστεία:

«Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.»
(Ματθ. 17,21)

Η προσευχή και η νηστεία δεν αποτελούν μαγικές πράξεις ούτε τεχνικές με τις οποίες ο άνθρωπος αποκτά εξουσία πάνω στον Θεό. Είναι δύο βασικές εκφράσεις της εξόδου του ανθρώπου από την αυτάρκειά του.

Με την προσευχή ο άνθρωπος αναγνωρίζει ότι δεν αποτελεί ο ίδιος την πηγή της ζωής του. Στρέφεται προς τον Θεό, ζητεί το έλεός Του και τοποθετεί την ύπαρξή του μέσα στη σχέση μαζί Του. | Ψαλμ. 50 | Ματθ. 6,6-13 | Α΄ Θεσσ. 5,17 |

Με τη νηστεία ο άνθρωπος μαθαίνει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να υποτάσσεται σε κάθε επιθυμία. Ασκείται στην ελευθερία από τα πάθη και ανοίγει χώρο μέσα του για τον Θεό και τον πλησίον. Γι’ αυτό και η βιβλική νηστεία δεν εξαντλείται στην αποχή από ορισμένες τροφές, αλλά συνδέεται με τη μετάνοια, την εγκράτεια, την ελεημοσύνη και την αγάπη. | Ησ. 58,6-7 | Ματθ. 6,16-18 |

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας την περικοπή, συνδέει την πίστη με την προσευχή και τη νηστεία και υπογραμμίζει την ανάγκη της πνευματικής εγρηγόρσεως. Η άσκηση δεν αποτελεί πηγή της χάριτος· καθιστά όμως τον άνθρωπο δεκτικότερο στη χάρη του Θεού. | Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΝΖ΄ εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον |


Η θεραπεία και η αποκατάσταση του ανθρώπου

Ο Χριστός επιτιμά το δαιμόνιο:

«Καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον, καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.»
(Ματθ. 17,18)

Το Ευαγγέλιο κάνει μία σημαντική διάκριση: ο Χριστός επιτιμά το κακό, αλλά θεραπεύει τον άνθρωπο. Δεν ταυτίζει ποτέ τον πάσχοντα με εκείνο που τον βασανίζει.

Ο άνθρωπος, ακόμη και πληγωμένος από την αμαρτία και την ενέργεια του κακού, δεν παύει να είναι δημιούργημα του Θεού, πλασμένο «κατ’ εἰκόνα» Του. Το κακό δεν αποτελεί την αληθινή ταυτότητα του ανθρώπου. | Γεν. 1,26-27 | Ματθ. 17,18 | Κολ. 3,10 |

Γι’ αυτό η σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός δεν είναι απλώς μία εξωτερική διόρθωση. Είναι αποκατάσταση και απελευθέρωση της ανθρώπινης υπάρξεως από ό,τι τη δεσμεύει και την απομακρύνει από την κοινωνία με τον Θεό. Οι θεραπείες των Ευαγγελίων γίνονται έτσι σημεία μιας βαθύτερης πραγματικότητας: της σωτηρίας ολόκληρου του ανθρώπου. | Ματθ. 9,1-8 | Λουκ. 4,18 | Ιω. 10,10 |


Η πίστη μπροστά στο μυστήριο του ανθρώπινου πόνου

Σε αυτό το σημείο απαιτείται μία σημαντική διάκριση. Ο λόγος του Χριστού για την πίστη δε σημαίνει ότι κάθε ασθένεια, κάθε δοκιμασία ή κάθε προσευχή που δεν εκπληρώνεται όπως επιθυμούμε, οφείλεται στην έλλειψη πίστεως.

Το Ευαγγέλιο δε διδάσκει ότι ο άνθρωπος που υποφέρει ευθύνεται, επειδή «δεν πίστεψε αρκετά».

Ο ίδιος ο Χριστός στη Γεθσημανή προσευχήθηκε μέσα σε βαθιά αγωνία. Ο Απόστολος Παύλος παρακάλεσε τρεις φορές να απομακρυνθεί από αυτόν ο «σκόλοψ τῇ σαρκί» και έλαβε την απάντηση: «Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου». | Ματθ. 26,36-44 | Β΄ Κορ. 12,7-10 |

Η πίστη δεν αποτελεί συμφωνία με τον Θεό ότι κάθε ανθρώπινο αίτημα θα εκπληρωθεί όπως εμείς επιθυμούμε. Είναι εμπιστοσύνη στο πρόσωπο και στην πρόνοιά Του ακόμη και όταν το μυστήριο του πόνου παραμένει για τον άνθρωπο ανεξήγητο.

Η δύναμη του Θεού μπορεί να φανερωθεί με την άρση μιας δοκιμασίας, αλλά μπορεί να φανερωθεί και δίνοντας στον άνθρωπο τη δύναμη να τη διασχίσει, χωρίς να χάσει την ελπίδα και την κοινωνία του με τον Θεό. | Ρωμ. 8,35-39 | Β΄ Κορ. 4,7-10 | Β΄ Κορ. 12,9 |

Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν στέκεται απέναντι στον πάσχοντα άνθρωπο για να τον κρίνει, αλλά για να συμπάσχει, να προσεύχεται, να παρηγορεί και να διακονεί. | Ρωμ. 12,15 | Γαλ. 6,2 | Ιακ. 5,14-16 |


Από το Θαβώρ στον Γολγοθά

Η περικοπή δεν ολοκληρώνεται με τη θεραπεία. Αμέσως μετά το θαύμα ο Χριστός στρέφει τους μαθητές προς το μυστήριο του Πάθους και της Αναστάσεώς Του:

«Μέλλει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται.»
(Ματθ. 17,22-23)

Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο χριστολογικό κλειδί της περικοπής. Ο Χριστός που πριν από λίγο φανέρωσε τη δόξα Του στο όρος της Μεταμορφώσεως, ο Χριστός που τώρα θεραπεύει τον νέο, είναι ο ίδιος Χριστός που θα παραδοθεί στα χέρια των ανθρώπων, θα σταυρωθεί και θα αναστηθεί.

Θαβώρ, Γολγοθάς και Ανάσταση δεν είναι τρία ασύνδετα γεγονότα.

Αποτελούν μία ενιαία αποκάλυψη του μυστηρίου του Χριστού.

Το φως του Θαβώρ δεν καταργεί τον Σταυρό, αλλά φανερώνει ποιος είναι Εκείνος που πρόκειται να σταυρωθεί. Και ο Σταυρός δεν αποτελεί ήττα της θείας δόξης, αλλά την εκούσια κένωση του Υιού, ο οποίος «ἑαυτὸν ἐκένωσε» και έγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». | Ματθ. 17,1-8 | Ματθ. 17,22-23 | Φιλιπ. 2,6-8 |

Και ο Σταυρός δεν έχει τον τελευταίο λόγο:

«Καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται.»
(Ματθ. 17,23)

Η πορεία επομένως είναι ενιαία: Μεταμόρφωση – Σταυρός – Ανάσταση. Η θεία δόξα, η εκούσια κένωση και η νίκη κατά του θανάτου αποτελούν εκφράσεις του ενός μυστηρίου της σωτηρίας. | Ματθ. 16,21 | Ματθ. 17,1-8 | Ματθ. 28,5-6 | Φιλιπ. 2,6-11 |


Από το φως του Θαβώρ προς τον πάσχοντα αδελφό

Επάνω στο όρος της Μεταμορφώσεως ο Πέτρος είχε πει:

«Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι.»
(Ματθ. 17,4)

Όμως ο Χριστός δεν επιτρέπει στους μαθητές να παραμείνουν στο όρος.

Κατεβαίνει μαζί τους.

Και κάτω από το όρος τούς περιμένουν ένα παιδί που υποφέρει και ένας πατέρας που αγωνιά.

Αυτή η εικόνα αποκαλύπτει ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα της Ι΄ Κυριακής του Ματθαίου. Η αυθεντική εμπειρία του Θεού δεν οδηγεί σε φυγή από τον κόσμο ούτε σε αδιαφορία απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Αντιθέτως, οδηγεί τον άνθρωπο βαθύτερα προς τον αδελφό του. | Ματθ. 17,4 | Ματθ. 17,14-18 | Α΄ Ιω. 4,11-12 |

Όποιος δέχεται το φως του Χριστού καλείται να το μεταφέρει εκεί όπου υπάρχει σκοτάδι.

Η προσευχή καλείται να γίνει αγάπη.

Η νηστεία να γίνει ελευθερία από το εγώ.

Η πίστη να γίνει εμπιστοσύνη στον Θεό.

Και η εμπειρία της θείας παρουσίας να γίνει διακονία του πάσχοντος ανθρώπου. | Ματθ. 5,14-16 | Ματθ. 25,34-40 | Α΄ Ιω. 4,20-21 |

Έτσι η κάθοδος από το Θαβώρ δεν αποτελεί απομάκρυνση από το φως. Αποτελεί την είσοδο αυτού του φωτός μέσα στην πραγματικότητα του κόσμου.


«Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ»

Στο τέλος, η πιο κατάλληλη ίσως προσευχή που μπορούμε να κρατήσουμε από τη σημερινή ευαγγελική διήγηση είναι η κραυγή του πατέρα:

«Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.»
(Μάρκ. 9,24)

Δεν είναι η ομολογία ενός ανθρώπου που θεωρεί τον εαυτό του τέλειο. Είναι η προσευχή εκείνου που γνωρίζει την αδυναμία του και, αντί να την κρύψει ή να απομακρυνθεί από τον Θεό, την καταθέτει ενώπιόν Του.

Αυτή ίσως είναι και η αρχή της αληθινής πίστεως: όχι η βεβαιότητα ότι εμείς μπορούμε να μετακινήσουμε τα όρη, αλλά η εμπιστοσύνη ότι ο Θεός μπορεί να μας οδηγήσει ακόμη και μέσα από αυτά.

Η Ι΄ Κυριακή του Ματθαίου μάς καλεί, επομένως, όχι σε μία πίστη αυτάρκειας και θρησκευτικού εντυπωσιασμού, αλλά σε πίστη ταπεινή, προσευχητική και ζωντανή. Σε μία πίστη που γνωρίζει την ανθρώπινη αδυναμία, προσφεύγει στο έλεος του Χριστού και μεταμορφώνεται σε αγάπη προς τον άνθρωπο.

Ο Χριστός που έλαμψε στο Θαβώρ είναι ο ίδιος που κατέβηκε προς τον πάσχοντα νέο. Είναι ο ίδιος που ανέβηκε εκουσίως στον Σταυρό και ο ίδιος που αναστήθηκε εκ νεκρών.

Γι’ αυτό και η κραυγή του ανθρώπου:

«Κύριε, ἐλέησον» δεν είναι η τελευταία λέξη της απελπισίας.

Είναι η πρώτη λέξη της ελπίδας. | Ματθ. 17,14-23 | Μάρκ. 9,14-29 | Ρωμ. 8,38-39 | Α΄ Πέτρ. 1,3 |


Βιβλικές και πατερικές πηγές

Αγία Γραφή
| Ματθ. 17,1-23 | Μάρκ. 9,14-29 | Λουκ. 9,28-45 | Ιω. 15,1-5 | Ρωμ. 8,35-39 | Β΄ Κορ. 12,7-10 | Φιλιπ. 2,6-11 |

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
| Ὁμιλίαι εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία ΝΖ΄ |

Άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
| Ἑρμηνεία εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, εἰς Ματθ. 17 |

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας
| Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Λουκᾶν, εἰς Λουκ. 9,37-45 |

Similar Posts