Η Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού
Το μυστήριο της σωτηρίας και της Αναστάσεως
Στις 14 Σεπτεμβρίου η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει την Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, μία από τις σημαντικότερες Δεσποτικές εορτές του εκκλησιαστικού έτους. Η ημέρα αυτή δεν αποτελεί απλώς ανάμνηση ενός γεγονότος του παρελθόντος ούτε περιορίζεται στην τιμή ενός ιερού κειμηλίου. Η Εκκλησία θέτει στο κέντρο της λατρευτικής της ζωής τον Σταυρό του Χριστού, επειδή επάνω σε αυτόν φανερώθηκε με τον πλέον συγκλονιστικό τρόπο το μυστήριο της θείας αγάπης και συντελέστηκε το σωτηριώδες έργο του Κυρίου, το οποίο οδηγεί από τον θάνατο στη ζωή και από τη φθορά στην Ανάσταση.
Η ιστορική αφετηρία της εορτής ανάγεται στον 4ο αιώνα και συνδέεται με την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και της μητέρας του, Αγίας Ελένης. Η εκκλησιαστική παράδοση συνδέει το προσκύνημα της Αγίας Ελένης στους Αγίους Τόπους με την αναζήτηση και την εύρεση του Τιμίου Σταυρού στην περιοχή του Γολγοθά.
Μετά την εύρεσή του, ο Επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος ύψωσε το ιερό ξύλο ενώπιον του συγκεντρωμένου πλήθους, ώστε να μπορέσουν όλοι να το αντικρίσουν και να το προσκυνήσουν, ενώ ο λαός αναφωνούσε «Κύριε, ἐλέησον». Η εορτή συνδέθηκε επίσης με τα εγκαίνια του μεγάλου συγκροτήματος της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα τον 4ο αιώνα. Αιώνες αργότερα, μετά την κατάληψη της Αγίας Πόλεως από τους Πέρσες το 614 και την αρπαγή του Τιμίου Ξύλου, η επαναφορά του κατά την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον πανηγυρικό χαρακτήρα της εορτής.
Τα ιστορικά αυτά γεγονότα, όσο σημαντικά και αν είναι, αποτελούν την εξωτερική αφετηρία μιας εορτής της οποίας το πραγματικό περιεχόμενο είναι βαθύτατα θεολογικό. Η Εκκλησία δεν υψώνει τον Σταυρό επειδή αποτελεί απλώς ένα σεβάσμιο κατάλοιπο της χριστιανικής αρχαιότητας. Τον υψώνει επειδή ο Σταυρός είναι αχώριστος από το πρόσωπο του Εσταυρωμένου Χριστού. Επάνω σε αυτόν η ανθρώπινη ιστορία συναντά το μυστήριο της θείας οικονομίας και η αμαρτία, η φθορά και ο θάνατος αντιμετωπίζονται από την αυτοπροσφορά και την αγάπη του ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού.
«Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ».
Γαλ. 6,14
Ο λόγος αυτός του Αποστόλου Παύλου εκφράζει με ιδιαίτερη δύναμη τη θέση του Σταυρού μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Για τον αρχαίο κόσμο η σταύρωση αποτελούσε ατιμωτικό τρόπο θανάτου. Η πρώτη χριστιανική κοινότητα, όμως, τόλμησε να τοποθετήσει ακριβώς αυτό το σημείο στο κέντρο του κηρύγματός της. Εκεί όπου η ανθρώπινη λογική έβλεπε την αδυναμία, οι Απόστολοι αναγνώρισαν τη δύναμη του Θεού· εκεί όπου ο κόσμος έβλεπε την αποτυχία και την ήττα, η Εκκλησία διέκρινε την αρχή της νίκης κατά του θανάτου.
«Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι».
Α΄ Κορ. 1,18
Το παράδοξο αυτό μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από το μυστήριο της θείας αγάπης. Ο Σταυρός δεν είναι η εικόνα ενός Θεού που παραμένει αμέτοχος στον ανθρώπινο πόνο ούτε η έκφραση μιας θεότητας που απαιτεί την οδύνη του ανθρώπου. Είναι η αποκάλυψη του Θεού που προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και εισέρχεται ο ίδιος μέσα στην τραγωδία της ανθρώπινης υπάρξεως. Ο Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται άνθρωπος, γνωρίζει την πείνα και την κόπωση, το δάκρυ και την απόρριψη, την προδοσία και την εγκατάλειψη και φθάνει μέχρι τον θάνατο. Η σταυρική θυσία δεν μπορεί επομένως να απομονωθεί από ολόκληρο το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως. Είναι η κορύφωση της θείας συγκαταβάσεως και της αγάπης που προσφέρεται χωρίς όρια.
Ο ίδιος ο Χριστός, συνομιλώντας με τον Νικόδημο, συνδέει την ύψωσή Του με τη σωτηρία του ανθρώπου και αμέσως μετά αποκαλύπτει την αιτία αυτής της σωτηριώδους προσφοράς:
«Καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον».
Ιω. 3,14–15
«Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν».
Ιω. 3,16
Η φράση «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον» αποτελεί ουσιαστικά το κλειδί για την κατανόηση του Σταυρού. Στον Γολγοθά δεν αποκαλύπτεται απλώς το μέγεθος της ανθρώπινης σκληρότητας· αποκαλύπτεται κυρίως το μέγεθος της θείας αγάπης. Η αγάπη του Θεού δεν παραμένει μία αφηρημένη θεολογική έννοια, αλλά γίνεται συγκεκριμένη αυτοπροσφορά. Ο Χριστός προσφέρει εκουσίως τον εαυτό Του και γι’ αυτό η λειτουργική γλώσσα της Εκκλησίας επιμένει στο «ἑκουσίως» του Πάθους. Δεν πρόκειται για μία αναγκαστική υποταγή στη μοίρα, αλλά για ελεύθερη κίνηση αγάπης προς τον άνθρωπο.
Η θεολογία αυτή εκφράζεται με εξαιρετικό βάθος στον ύμνο του Αποστόλου Παύλου προς τους Φιλιππησίους, όπου η πορεία του Χριστού περιγράφεται ως κένωση, ταπείνωση και στη συνέχεια ύψωση:
«Ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών… ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ».
Φιλ. 2,7–8
Η κένωση δεν σημαίνει ότι ο Χριστός αποβάλλει τη θεότητά Του. Δηλώνει την άφατη συγκατάβαση του Υιού του Θεού, ο οποίος προσλαμβάνει αληθινά την ανθρώπινη φύση και φθάνει μέχρι την έσχατη συνέπεια της ανθρώπινης θνητότητας. Η παντοδυναμία του Θεού εμφανίζεται εδώ με τρόπο εντελώς διαφορετικό από τα ανθρώπινα πρότυπα ισχύος. Δεν είναι δύναμη καταναγκασμού αλλά δύναμη αγάπης. Δεν εκδηλώνεται με την εξουδετέρωση του ανθρώπου αλλά με την αυτοπροσφορά του Θεού για χάρη του ανθρώπου.
Ακριβώς γι’ αυτό ο Σταυρός ανατρέπει τα συνηθισμένα ανθρώπινα κριτήρια. Η κοσμική λογική θεωρεί ισχυρό εκείνον που μπορεί να επιβληθεί, ενώ το Ευαγγέλιο φανερώνει ως αληθινή δύναμη την αγάπη που μπορεί να προσφέρεται χωρίς να ζητεί ανταπόδοση. Η ανθρώπινη λογική συχνά θεωρεί τη συγχώρηση αδυναμία, ενώ ο Εσταυρωμένος Χριστός, την ώρα της μεγαλύτερης αδικίας, προσεύχεται για εκείνους που Τον σταυρώνουν:
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι».
Λουκ. 23,34
Μέσα σε αυτή την προσευχή αποκαλύπτεται η ποιότητα της θείας αγάπης. Ο Χριστός δεν επιτρέπει στο κακό που δέχεται να γεννήσει κακό. Η αδικία δεν μετατρέπεται σε εκδίκηση και το μίσος δεν απαντάται με μίσος. Ο Σταυρός γίνεται έτσι και κρίση του ανθρώπινου τρόπου υπάρξεως, επειδή αποκαλύπτει έναν διαφορετικό δρόμο: τον δρόμο της συγχωρήσεως, της αυτοπροσφοράς και της κοινωνίας.
Το μυστήριο του Σταυρού, όμως, δεν εξαντλείται στην ηθική διάσταση της αγάπης και της συγχωρήσεως. Στην καρδιά της ορθόδοξης σωτηριολογίας βρίσκεται η νίκη του Χριστού εναντίον της φθοράς και του θανάτου. Ο Χριστός δεν ήλθε απλώς για να διδάξει στον άνθρωπο έναν καλύτερο ηθικό τρόπο ζωής. Προσέλαβε την ανθρώπινη φύση για να τη θεραπεύσει και να την οδηγήσει στην κοινωνία με τον Θεό. Εισέρχεται στον θάνατο, όχι επειδή ο θάνατος έχει εξουσία επάνω στη θεότητά Του, αλλά για να συναντήσει τον πεπτωκότα άνθρωπο ακόμη και στο έσχατο σημείο της απομακρύνσεώς του από τη ζωή.
Ο θάνατος του Χριστού, συνεπώς, δεν αποτελεί την τελική νίκη του θανάτου αλλά την αρχή της καταργήσεώς του. Ο Εσταυρωμένος είναι ο ίδιος ο Αναστημένος. Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να μιλήσει για τον Σταυρό απομονώνοντάς τον από την Ανάσταση. Ο Γολγοθάς και ο κενός Τάφος αποτελούν δύο αχώριστες όψεις του ενός σωτηριώδους μυστηρίου.
«Τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν».
Η υμνολογική αυτή φράση συμπυκνώνει ολόκληρη την ορθόδοξη θεώρηση του Σταυρού. Η Εκκλησία, τη στιγμή ακριβώς που προσκυνά τον Σταυρό, δοξάζει την Ανάσταση. Δεν μένει στον πόνο της Μεγάλης Παρασκευής, αλλά τον βλέπει ήδη μέσα στο φως της Αναστάσεως. Δεν εξιδανικεύει τον πόνο ούτε θεωρεί τον θάνατο αγαθό. Διακηρύσσει ότι ο Χριστός πέρασε μέσα από τον θάνατο και τον κατέστησε πέρασμα προς τη ζωή.
«Κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος. Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;»
Α΄ Κορ. 15,54–55
Μέσα σε αυτή την προοπτική κατανοείται και ο χαρακτηρισμός του Σταυρού ως «Ζωοποιού». Το ξύλο του Γολγοθά, επάνω στο οποίο εκδηλώθηκε ο ανθρώπινος θάνατος, γίνεται διά του Χριστού σημείο ζωής. Η πατερική και λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας συνδέει συχνά τον Σταυρό με το ξύλο της ζωής του Παραδείσου. Εκεί όπου η πτώση οδήγησε τον άνθρωπο στη φθορά, η υπακοή του Χριστού ανοίγει εκ νέου την οδό της ζωής. Η θεολογία αυτή δεν αποτελεί ποιητική υπερβολή· εκφράζει την πίστη ότι η ανθρώπινη φύση, την οποία προσέλαβε ο Χριστός, δεν εγκαταλείπεται στον θάνατο αλλά ανασταίνεται και δοξάζεται.
Γι’ αυτό και η προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού δεν είναι λατρεία ενός υλικού αντικειμένου. Η τιμή αναφέρεται στον Εσταυρωμένο Χριστό και στο σωτηριώδες έργο Του. Η ύλη, μέσα στην ορθόδοξη θεολογία, δεν θεωρείται ξένη προς τη χάρη του Θεού, διότι ο ίδιος ο Λόγος έγινε σάρκα. Ο Χριστιανισμός δεν απορρίπτει την ύλη αλλά ομολογεί ότι η δημιουργία μπορεί να αγιαστεί μέσα από τη σχέση της με τον Δημιουργό. Ο Τίμιος Σταυρός τιμάται ακριβώς επειδή συνδέθηκε μοναδικά με το σώμα και το σωτηριώδες Πάθος του Χριστού.
Ο Σταυρός όμως δεν παραμένει μόνο γεγονός της ζωής του Χριστού. Γίνεται και κλήση προς τον κάθε πιστό. Ο Κύριος δεν παρουσιάζει την ακολουθία Του ως μία θεωρητική αποδοχή ορισμένων αληθειών, αλλά ως τρόπο υπάρξεως:
«Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».
Ματθ. 16,24
Η άρση του προσωπικού σταυρού δεν σημαίνει ότι ο χριστιανός οφείλει να αναζητεί τον πόνο ούτε ότι κάθε μορφή δυστυχίας πρέπει να αποδίδεται αδιακρίτως στο θέλημα του Θεού. Ο λόγος του Χριστού αφορά πρωτίστως την έξοδο του ανθρώπου από την κλειστότητα του εγωκεντρισμού. Η «ἀπάρνησις ἑαυτοῦ» δεν είναι άρνηση της αξίας του προσώπου, αλλά άρνηση της φιλαυτίας που καθιστά το εγώ απόλυτο κέντρο της υπάρξεως. Ο άνθρωπος καλείται να μετακινηθεί από την αυτοαναφορικότητα προς την κοινωνία, από την ιδιοτέλεια προς την προσφορά και από τη μνησικακία προς τη συγχώρηση.
Κάθε αληθινή αγάπη περιέχει αυτή τη σταυρική διάσταση. Όχι επειδή η αγάπη ταυτίζεται με τον πόνο, αλλά επειδή απαιτεί να εξέλθει κανείς από τον εαυτό του και να δώσει χώρο στον άλλον. Η φροντίδα του ασθενούς, η υπομονή μέσα στις δυσκολίες, η συγχώρηση εκείνου που μας πλήγωσε, η προσφορά χωρίς προσδοκία ανταλλάγματος και η θυσία για τον συνάνθρωπο αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις αυτής της σταυρικής λογικής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι ο λόγος του Χριστού αρχίζει με τη φράση «εἴ τις θέλει». Ο Θεός δεν εξαναγκάζει τον άνθρωπο να Τον ακολουθήσει. Η σχέση μαζί Του προϋποθέτει ελευθερία, επειδή χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή αγάπη. Όπως ο Χριστός προσφέρει εκουσίως τον εαυτό Του, έτσι και ο άνθρωπος καλείται να απαντήσει ελεύθερα στην πρόσκληση της θείας αγάπης. Η χριστιανική ζωή δεν είναι συνεπώς μηχανική τήρηση κανόνων αλλά ελεύθερη ανταπόκριση του ανθρώπινου προσώπου στη χάρη του Θεού.
Η ίδια η ονομασία της εορτής, «Ύψωση», αποκτά εδώ ένα ακόμη βαθύτερο νόημα. Η αληθινή ύψωση, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, περνά μέσα από την ταπείνωση. Ο Απόστολος Παύλος, αφού μιλήσει για την κένωση και την υπακοή του Χριστού «μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ», συνεχίζει:
«Διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε».
Φιλ. 2,9
Η κίνηση αυτή, από την κένωση προς την ύψωση, φανερώνει έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο κατανοήσεως της δόξας. Η δόξα του Χριστού δεν βρίσκεται στην κοσμική επιβολή αλλά στην ολοκληρωτική προσφορά. Η ταπείνωση δεν είναι εξευτελισμός του προσώπου αλλά ελευθερία από την ανάγκη αυτοεπιβεβαιώσεως. Ο άνθρωπος που παύει να θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του κόσμου μπορεί πραγματικά να κοινωνήσει με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Αυτή η θεολογία αποκτά ιδιαίτερη σημασία απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Η χριστιανική πίστη δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις για κάθε τραγωδία και δεν επιχειρεί να εξηγήσει μηχανιστικά κάθε ασθένεια, απώλεια ή αδικία. Ο Σταυρός προσφέρει κάτι διαφορετικό και βαθύτερο: αποκαλύπτει ότι ο Θεός δεν είναι ξένος προς τον ανθρώπινο πόνο. Ο Ενανθρωπήσας Λόγος γνωρίζει την απόρριψη, την προδοσία, την εγκατάλειψη, τη σωματική οδύνη και τον θάνατο. Ο άνθρωπος που υποφέρει μπορεί επομένως να στραφεί προς έναν Θεό ο οποίος δεν παρατηρεί τον πόνο του από απόσταση.
Ταυτόχρονα όμως ο Σταυρός δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να θεωρήσει τον πόνο και τον θάνατο ως την τελική πραγματικότητα. Η Ανάσταση μεταβάλλει ριζικά την προοπτική. Ο πόνος παραμένει πόνος και η απώλεια παραμένει πραγματική, αλλά δεν αποτελούν πλέον το απόλυτο τέλος της υπάρξεως. Η χριστιανική ελπίδα γεννιέται ακριβώς από αυτή τη βεβαιότητα: ότι ο Θεός μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο μέσα από τον θάνατο στη ζωή, όπως οδήγησε την ανθρώπινη φύση του Χριστού από τον Τάφο στην Ανάσταση.
Γι’ αυτό και η τελετή της Υψώσεως έχει οικουμενικό χαρακτήρα. Ο Σταυρός υψώνεται ενώπιον ολόκληρου του λαού και η Εκκλησία αναπέμπει το «Κύριε, ἐλέησον». Η κίνηση αυτή δεν αποτελεί απλώς λειτουργική αναπαράσταση ενός γεγονότος του 4ου αιώνα. Εκφράζει την πίστη ότι το σωτηριώδες έργο του Χριστού αφορά ολόκληρη την κτίση και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ο Σταυρός υψώνεται ως σημείο ελπίδας για τον κόσμο, ως πρόσκληση συμφιλιώσεως και ως διακήρυξη ότι το έλεος του Θεού υπερβαίνει τα ανθρώπινα σύνορα.
Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της ημέρας εξηγεί και την αυστηρή νηστεία της 14ης Σεπτεμβρίου. Η Εκκλησία πανηγυρίζει, αλλά η χαρά της είναι σταυροαναστάσιμη. Δεν λησμονεί το Γολγοθά ενώ δοξάζει τη νίκη του Σταυρού. Η νηστεία καλεί τον πιστό να μην περιοριστεί σε μία εξωτερική προσκύνηση, αλλά να εισέλθει πνευματικά στο νόημα της εορτής μέσα από την εγκράτεια, την προσευχή και τη μετάνοια. Η πραγματική τιμή προς τον Σταυρό δεν εξαντλείται στον ασπασμό του ιερού ξύλου· ζητεί τη μεταμόρφωση της καρδιάς.
Στον σύγχρονο κόσμο το μήνυμα αυτό παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο. Σε μία εποχή που συχνά ταυτίζει τη δύναμη με την επιβολή, την επιτυχία με την προβολή και την ελευθερία με την απεριόριστη ικανοποίηση του ατομικού θελήματος, ο Σταυρός προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο υπάρξεως. Φανερώνει ότι η αληθινή δύναμη μπορεί να βρίσκεται στην αυτοπροσφορά, ότι η αληθινή ελευθερία προϋποθέτει απελευθέρωση από την τυραννία του εγωισμού και ότι η αληθινή κοινωνία οικοδομείται όχι επάνω στην επιβολή αλλά στην αγάπη.
Η Εκκλησία, λοιπόν, δεν υψώνει στις 14 Σεπτεμβρίου ένα σύμβολο ήττας. Υψώνει το σημείο εκείνο στο οποίο η ήττα μεταβλήθηκε σε νίκη και ο θάνατος έγινε πέρασμα προς τη ζωή. Υψώνει τον Σταυρό, επειδή γνωρίζει ότι ο Εσταυρωμένος είναι ο Αναστημένος. Και καλεί τον άνθρωπο να μην μείνει μόνο στη θέα του Γολγοθά, αλλά να δει μέσα από αυτόν το φως της Αναστάσεως.
«Τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα,
καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν».
Η φράση αυτή αποτελεί ίσως την πληρέστερη σύνοψη της θεολογίας της εορτής. Η Εκκλησία προσκυνά τον Σταυρό ακριβώς επειδή γνωρίζει την Ανάσταση. Δεν λατρεύει τον πόνο, αλλά τον Χριστό που μεταμορφώνει τον πόνο. Δεν εξυμνεί τον θάνατο, αλλά Εκείνον που εισήλθε στον θάνατο και τον νίκησε. Δεν καλεί τον άνθρωπο στην απελπισία, αλλά στην ελπίδα που γεννιέται από τον κενό Τάφο.
Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού γίνεται έτσι μία διαρκής υπενθύμιση ότι στο κέντρο της χριστιανικής υπάρξεως βρίσκεται η σταυρική αγάπη. Μία αγάπη που δεν εξαντλείται στο συναίσθημα, αλλά γίνεται προσφορά, συγχώρηση, θυσία και κοινωνία. Και ταυτόχρονα γίνεται ομολογία ότι κανένας ανθρώπινος Γολγοθάς δεν αποτελεί την τελευταία λέξη της ιστορίας, διότι η τελευταία λέξη ανήκει πάντοτε στον Αναστημένο Χριστό.
«Κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος».
Α΄ Κορ. 15,54
Ο Τίμιος και Ζωοποιός Σταυρός του Κυρίου μας ας γίνει για κάθε άνθρωπο σημείο πίστεως, πηγή πνευματικής δυνάμεως και βεβαιότητα ελπίδας, ώστε μέσα στις δοκιμασίες και στις αντιφάσεις της ζωής να παραμένει ζωντανή η προσδοκία της Αναστάσεως.
Πηγές – Παραπομπές
Αγία Γραφή: Ματθ. 16,24 · Λουκ. 23,34 · Ιω. 3,14–16 · Α΄ Κορ. 1,18 · Α΄ Κορ. 15,54–55 · Γαλ. 6,14 · Φιλ. 2,7–9.
